παραβολικός

παραβολικός
η , ό[ν]
1) сравнительный, соотносительный; 2) нравоучительный, назидательный; имеющий форму притчи,иносказательный; 3) имеющий форму параболы, параболический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "παραβολικός" в других словарях:

  • παραβολικός — expressive of comparison masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικός — ή, ό / παραβολικός, ή, όν, ΝΑ [παραβολή] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε παραβολή, αλληγορικός («παραβολικός λόγος») νεοελλ. 1. αυτός που έχει σχήμα γεωμετρικής παραβολής 2. φρ. α) «παραβολική θερμάστρα» (ηλεκτρολ.) ηλεκτρική θερμάστρα με… …   Dictionary of Greek

  • παραβολικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην παραβολή: Παραβολικός λόγος, παραβολική κίνηση, ταχύτητα, τροχιά, παραβολικό κάτοπτρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραβολικώτερον — παραβολικός expressive of comparison adverbial comp παραβολικός expressive of comparison masc acc comp sg παραβολικός expressive of comparison neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικῶν — παραβολικός expressive of comparison fem gen pl παραβολικός expressive of comparison masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικόν — παραβολικός expressive of comparison masc acc sg παραβολικός expressive of comparison neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικαῖς — παραβολικός expressive of comparison fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικοῖς — παραβολικός expressive of comparison masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικοί — παραβολικός expressive of comparison masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικοῦ — παραβολικός expressive of comparison masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραβολικῆς — παραβολικός expressive of comparison fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»